Κίνημα αντίδρασης στα σπάταλα, φαραωνικά πρότζεκτ και στην απόλυτη κυριαρχία των σταρ μιας διεθνούς αρχιτεκτονικής ελίτ ή κάτι πολύ περισσότερο; Κάτι πολύ περισσότερο.

Το Frizz23 στο Βερολίνο (αρχιτέκτονες: Deadline Studio) είναι καρπός ενός συμμετοχικού πρότζεκτ που στόχευε στη συγκρότηση ενός συνεταιρισμού 32 μικρών επιχειρήσεων και ΜΚΟ που απειλούνται από τον ταχύ εξευγενισμό της γερμανικής πρωτεύουσας. © Matthew Griffin

Όταν άρχισε να καταφτάνει το φωτογραφικό υλικό για το σχετικά νέο, αλλά ολοένα και πιο πληθωρικό ρεύμα της «κοινωνικής αρχιτεκτονικής», κάποιοι στο γραφείο κοιταχτήκαμε μεταξύ μας· συνηθισμένοι στις θεαματικές φωτορεαλιστικές απεικονίσεις μελετών και υλοποιημένων σούπερ high tech κτιρίων, μουσείων ή αθλητικών εγκαταστάσεων, που έφεραν συνήθως την υπογραφή παγκόσμιων σταρ της αρχιτεκτονικής ελίτ, δυσκολευόμασταν να προσαρμόσουμε το βλέμμα μας σε μια διαφορετική γενιά κατασκευών: λιγότερο εντυπωσιακών στο μάτι, μικρότερης κλίμακας και (ας πούμε) πιο… χειροποίητων.

 

Ώστε αυτό είναι η «κοινωνική αρχιτεκτονική»; Ένα κίνημα αντίδρασης στις αρχιτεκτονικές υπερπαραγωγές από μέταλλο και γυαλί που κοστίζουν εκατομμύρια, κολακεύουν τον ναρκισσισμό των λίγων και οδηγούν τις πόλεις σε έναν άνευ προηγουμένου ανταγωνισμό, χωρίς πραγματικό κοινωνικό έρεισμα;

Το θέμα είναι πολύ πιο περίπλοκο από αυτό και μοιάζει να έχει τις ρίζες του στην παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008. Αποτυπώθηκε σε «απρόσμενες» απονομές του βραβείου Pritzker (του λεγόμενου και «Νόμπελ της αρχιτεκτονικής») τη δεκαετία του 2010 σε άγνωστους στο ευρύ κοινό αρχιτέκτονες, outsiders με δυσκολοπρόφερτα ονόματα από την Ασία, τη Λατινική Αμερική ή την Αφρική, οι οποίοι έθεταν στο τραπέζι μια πολύ διαφορετική ατζέντα σε σχέση με τους συναδέλφους τους από τη Δύση.

Η κοινωνική αρχιτεκτονική είναι η νέα μεγάλη τάση και θα είναι ένα από τα κυρίαρχα θέματα που θα διερευνήσει η 10η ημερίδα αρχιτεκτονικής και ντιζάιν ΕΣΩ, που θα φιλοξενηθεί στις 15 Ιουνίου στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, έχοντας την πολύτιμη συνεισφορά και εμπειρία του Fundació Mies van der Rohe και του βραβείου EU Mies, το οποίο επίσης τα τελευταία χρόνια καταλήγει στα χέρια αρχιτεκτόνων με ισχυρά κοινωνικά αντανακλαστικά.

Καθώς στην Αθήνα θα δώσει το «παρών» ο διευθυντής του ιδρύματος, Ίβαν Μπλάσι, έχω την ευκαιρία να τον ρωτήσω αν θα μπορούσε να μας δώσει έναν «επίσημο» ορισμό της κοινωνικής αρχιτεκτονικής. Στην αρχή αντιδρά και έχει δίκιο. «Μα η κοινωνική συνθήκη στην αρχιτεκτονική θα πρέπει να θεωρείται εγγενής», μου λέει με έκδηλο μεσογειακό ταμπεραμέντο. Συμβαίνει, όμως, αυτό στην πραγματικότητα; «Θα έπρεπε να μιλάμε για μια συμπεριληπτική αρχιτεκτονική, μια αρχιτεκτονική που να συνδιαλέγεται με όλους, τόσο με αυτούς που παίρνουν τις αποφάσεις, όσο και με τους πολίτες, που πιστεύουν ότι δεν αποτελούν ουσιαστικό μέρος του μετασχηματισμού των πόλεών μας. Αλλά τα πράγματα δεν βρίσκονται σε αυτό το σημείο σήμερα, το ξέρουμε». Καθώς η αρχιτεκτονική σχετίζεται υποχρεωτικά με τους ανθρώπους, οφείλει να επαναπροσδιορίσει την προσέγγισή της, υποστηρίζει ο Μπλάσι. «Αν μιλάμε συγκεκριμένα για την Ευρώπη, αυτό γίνεται πιο ισχυρό από ποτέ, γιατί, παρά τις διαφορές που αποτελούν μέρος της ευρωπαϊκής μας ταυτότητας, έχουμε κοινούς τρόπους σχεδιασμού δημόσιων και ιδιωτικών χώρων που επιτρέπουν διαφορετικούς τρόπους οικοδόμησης μιας ποικιλόμορφης συνύπαρξης. Η συμβίωση ζητά οικονομικά προσιτή στέγαση για το κοινό καλό, προκειμένου να αποτραπεί η περιθωριοποίηση, ανάληψη ευθύνης για ό,τι χτίζεται και σχεδιασμός σε συνεργασία με τις τοπικές κοινότητες, που θα επιτρέψει την αλληλεπίδραση και την επικοινωνία μεταξύ όλων των πλευρών».

Μια σχεδόν επαναστατική πρόταση για προσιτή κατοικία προσφέρει το συνεργατικό οικιστικό συγκρότημα La Borda στη Βαρκελώνη, που υπογράφουν οι Lacol και το οποίο τιμήθηκε στα φετινά βραβεία EUMies Awards. ©Lluc Miralles

Μια αρχιτεκτονική που δεν είναι τόσο εσωστρεφής και απόλυτη

Η Ήβη Διαμαντοπούλου είναι αρχιτέκτονας και συνιδρύτρια του νεοϋορκέζικου γραφείου New Affiliates. Θα δώσει το «παρών» στο ΕΣΩ και ανυπομονεί να συζητήσει για τους νέους δρόμους που ανοίγονται και τους οποίους εξερευνά και η ίδια τόσο σε ακαδημαϊκό όσο και σε αμιγώς επαγγελματικό επίπεδο. Δεν είναι σίγουρη για το τι ακριβώς σημαίνει «κοινωνική αρχιτεκτονική», αλλά ο όρος τής αρέσει πολύ, μου λέει σε ένα διάλειμμα ανάμεσα σε διαδοχικά επαγγελματικά ραντεβού. «Ειδικά αν τον πάρει κανείς κυριολεκτικά: μια αρχιτεκτονική που δεν είναι τόσο εσωστρεφής και απόλυτη όσο η αρχιτεκτονική που κληρονομήσαμε. Που είναι αδιανόητο να συμβεί στα σχέδια και από αρχιτέκτονες που συναναστρέφονται μόνο αρχιτέκτονες (και συμβούλους, χρηματοδότες και τον στενό κύκλο αυτών που άμεσα συμμετέχουν στην παραγωγή κτιρίων). Που παίρνει, δηλαδή, το σχήμα της από πολλαπλούς διαλόγους μεταξύ μελών ενός ευρύτερου οικοσυστήματος… υλικών, υποδομών, ροών (ανθρώπων και αγαθών), οικονομικών συστημάτων, ανθρωπολογικών προσεγγίσεων, επιστημόνων, ειδικών, καταρτισμένων και μη…»

Το Town House στο πανεπιστήμιο Kingston στο Λονδίνο από τους Ιρλανδούς Grafton Architects, βραβείο Mies van der Rohe για το 2022. © Alice Clancy

Η αρχιτεκτονική των losers;

Μιλώντας για ένα τόσο συναρπαστικό θέμα, είναι πολύ εύκολο να λοξοδρομήσεις. Να πιστέψεις, για παράδειγμα, ότι έχουμε να κάνουμε με κάτι που γέννησαν αποκλειστικά οι κρίσεις του 21ου αιώνα. Γι’ αυτό ενθουσιάζομαι όταν η Ήβη Διαμαντοπούλου μιλάει για κάτι διαφορετικό: «Αντιλαμβάνομαι κι εγώ πως το ενδιαφέρον για νέους τύπους, μη απόλυτης/απολυταρχικής, συμβατικής, αν θέλεις, αρχιτεκτονικής, είναι πράγματι ανανεωμένο. Κι αυτό είναι νομίζω αρκετά πρόσφατο φαινόμενο. Νιώθω εν γένει πως ζούμε μια συναρπαστική περίοδο των outsiders: αυτών που συστηματικά (στην καλύτερη περίπτωση) αγνοούνταν στο παρελθόν, επειδή δεν ταίριαζαν με τις προσδοκίες όλων, δεν ακολουθούσαν κανόνες, έκαναν τα πράγματα αλλιώς. Έτσι και στην αρχιτεκτονική. Θα μπορούσε κανείς να γράψει μια εναλλακτική (αλλά εξίσου πραγματική) ιστορία του πεδίου μας, συμπεριλαμβάνοντας εκείνους που δεν ακολούθησαν τους αυστηρούς κανόνες του μοντερνισμού ή τη συνταγή των μετρημένων στα δάχτυλα σταρ αρχιτεκτόνων, ή απλώς δεν έχτισαν στη Δύση.

Σε μια τέτοια εκδοχή της ιστορίας η “κοινωνική αρχιτεκτονική” δεν θα ήταν η έκπληξη του 2022, αλλά φυσικό επακόλουθο. Οι κρίσεις για τις οποίες μιλάμε μας βοήθησαν ίσως να αντιληφθούμε την αποτυχία των πρωτοτύπων μας και των όρων με τους οποίους αξιολογούμε και αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο γύρω μας, αυτούς που συμμετέχουν σε αυτόν και αυτούς που τον διαμορφώνουν. Κι αυτή η αλλαγή μόνο θετική μπορεί να είναι».

Ένα σχολικό συγκρότημα του 1960 προσαρμόζεται στις ανάγκες των μαθητών του 2022 (BDR bureau). © Simone Bossi

Επείγουσα ανάγκη

Στο ίδιο μήκος κύματος, ρωτάω τον αρχιτέκτονα κι επίσης συμμετέχοντα στο προσεχές ΕΣΩ Γιώργο Μητρούλια, από τους AREA (Architecture Research Athens), κατά πόσο στην Ελλάδα υπάρχει έδαφος για την ανάπτυξη μιας αρχιτεκτονικής με μεγαλύτερο κοινωνικό πρόσημο. Δείχνει να ξαφνιάζεται, όπως και οι συνεργάτες του στο γνωστό αθηναϊκό γραφείο, Στυλιανή Δαούτη και Μιχάλης Ραυτόπουλος. «Υπάρχει επείγουσα ανάγκη, όχι απλώς έδαφος! Θα θέλαμε να σχεδιάσουμε ένα κτίριο προσιτής κατοικίας στην Αθήνα, όπου πλέον οι τιμές των ακινήτων σπρώχνονται διαρκώς προς τα πάνω. Είναι κρίμα όλα τα κτίρια που είχαν μείνει κενά για χρόνια να μετατρέπονται σε ξενοδοχεία. Μπορούν να δοθούν οικονομικά κίνητρα ακόμα και για ιδιωτικές αναπτύξεις που θα περιέχουν απαραιτήτως ένα ποσοστό διαμερισμάτων ή κατοικιών με συγκεκριμένες προδιαγραφές και θα απευθύνονται σε χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να προκύψουν κτίρια ή αστικές περιοχές όπου η κοινωνική κατοικία δεν φέρει το στίγμα που είχαν αντίστοιχες αναπτύξεις στο παρελθόν. Για παράδειγμα, στο Ελληνικό, μία από τις μεγαλύτερες αναπτύξεις στην Ευρώπη σήμερα, θα έπρεπε να υπάρχει μια περισσότερο συμπεριληπτική στρατηγική κατοικίας, κάτι που χωρίς πολιτική βούληση είναι αδύνατον.

Πρόταση κοινωνικής κατοικίας στη Λεμεσό, που διακρίθηκε με έπαινο σε ανοιχτό διαγωνισμό του 2020. Από τους AREA Architecture Research Athens. 

Αντίστοιχα, η αρχιτεκτονική μπορεί να ενισχύσει και μικρότερες κοινότητες μακριά από την πόλη. Το φαινόμενο εγκατάλειψης της υπαίθρου, όπου συχνά η μόνη διέξοδος είναι ο τουρισμός, έχει σημαντικές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον, όπου η ισορροπία είχε παραδοσιακά να κάνει με τις δραστηριότητες του ανθρώπου. Για παράδειγμα, ένα συνεταιριστικό τυροκομείο σε μια κτηνοτροφική περιοχή που συνδυάζει την παραγωγή με την εκπαίδευση και την ήπια τουριστική ανάπτυξη, θα ήταν ένα εξαιρετικό δείγμα κοινωνικής αρχιτεκτονικής». Μου επισημαίνουν ότι, παρόλο που έχουν εκπονήσει έναν σημαντικό αριθμό βραβευμένων μελετών για έργα κοινωνικής κατοικίας σε χώρες όπως η Γερμανία, η Πορτογαλία και η Κύπρος, δεν τους έχει δοθεί μια αντίστοιχη ευκαιρία στην Ελλάδα, όπου τα έργα τους αφορούν κυρίως ιδιωτικές αναπτύξεις. «Ακόμα και εκεί, όμως, προσπαθούμε να ενθαρρύνουμε την αλληλεπίδραση του ιδιωτικού με το δημόσιο και να σχεδιάζουμε ποιοτικούς κοινόχρηστους χώρους, όπως κάνουμε και στις πιο φιλόδοξες προτάσεις μας στο εξωτερικό. Όμως έχουμε υλοποιήσει μικρότερα έργα που αφορούν μικρές συλλογικότητες και κοινότητες. Ένα από τα αγαπημένα μας είναι ο TAVROS, ένα κέντρο καλλιτεχνικών δράσεων στην ομώνυμη γειτονιά, όπου συναντιούνται οι κάτοικοι και οι μαθητές του δήμου, εκπονούνται καλλιτεχνικά και εκπαιδευτικά εργαστήρια, διαλέξεις και εκθέσεις. Προέκυψε μέσα από τη συνεργασία μας με την αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία Locus Athens και είμαστε πολύ χαρούμενοι, γιατί με πολύ απλά μέσα δημιουργήσαμε έναν χώρο που συνεχώς μεταβάλλεται και προσαρμόζεται όπως ακριβώς και η γειτονιά γύρω του».

TestBeds: μεγάλου μεγέθους και εκλεπτυσμένα απορρίμματα οικοδομών ενσωματώνονται σε νέες κατασκευές συλλογικών κήπων (New Affiliates). 

Έχω μεγάλη περίεργεια για το πώς δουλεύει ένας «κοινωνικός αρχιτέκτονας» της εποχής μας. «Ω, είμαστε αφόρητα κοινωνικοί!» μου λέει η Ήβη Διαμαντοπούλου. Η καθημερινότητά της με τον συνεργάτη της Jaffer Kolb περιλαμβάνει δεκάδες τηλεφωνήματα, συναντήσεις, ταξίδια για έρευνα πεδίου, άπειρα emails. «Ίσως είμαστε εκ φύσεως αεικίνητοι. Μας είναι αδύνατον να απομονωθούμε και να περάσουμε τις μέρες μας σχεδιάζοντας. Ακούγεται ίσως υπερβολικό, αλλά, με κάθε ειλικρίνεια, κάθε έργο μας ξεκινάει με ένα τηλεφώνημα. Είμαστε πάντα αισιόδοξοι πως, αν ρωτήσουμε τους σωστούς ανθρώπους, μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο από ό,τι θα κάναμε μόνοι μας». Και μου δίνει ένα όχι πολύ ασυνήθιστο παράδειγμα δουλειάς: «Για μια προσωρινή εγκατάσταση στο Navy Yard στη Νέα Υόρκη τηλεφωνήσαμε σε 30 και κάτι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη γειτονιά και σε έναν γλύπτη πάγου από τα Χάμπτονς. Δεν χρειάστηκε να αγοράσουμε τίποτα, και μάλιστα από καλή μας τύχη το βασικό υλικό μας ήταν από μια σειρά κατασκευών για μια εμφάνιση της Μαράια Κάρεϊ (!)».

«Ζούμε ένα τέλος εποχής»

Επιστρέφω στον Ίβαν Μπλάσι, για να του κάνω μια σχετικά προβοκατόρικη ερώτηση: πιστεύει ότι η εποχή των φαραωνικών κατασκευών και των σταρ αρχιτεκτόνων φτάνει στο τέλος της; «Όταν μιλάμε για τους αρχιτέκτονες σταρ και τα φιλόδοξα έργα τους, πρέπει να γνωρίζουμε ότι πίσω από αυτά τα έργα υπάρχουν και φορείς που πίεζαν και πιέζουν προς μια πιο συμπεριληπτική κατεύθυνση. Πολλοί πολιτικοί και ιστορικοί ηγέτες έχουν συνδέσει τη φήμη τους με έργα μεγάλης κλίμακας που είχαν επίσης ισχυρό κοινωνικό αντίκτυπο, τόσο στο παρελθόν όσο και σήμερα. Σίγουρα υπάρχουν έργα που χρειάζονται μεγάλους προϋπολογισμούς, το ουσιαστικό ζήτημα είναι αν ο προϋπολογισμός λαμβάνει υπόψη όλα εκείνα τα στοιχεία που θα του επιτρέψουν να έχει κοινωνικό αποτύπωμα. Πολλά από αυτά τα έργα τα αναλαμβάνουν δημόσιοι φορείς και πρέπει να γνωρίζουμε πολύ καλά πώς χρησιμοποιούμε τα χρήματα των πολιτών. Το να ξοδεύουμε χρήματα μόνο για να επιδεικνυόμαστε δεν έχει νόημα, αλλά επίσης δεν μπορούμε να ξεγράψουμε άλλα έργα που είχαν υψηλούς προϋπολογισμούς, αλλά μας βοήθησαν να εξελιχθούμε. Σε αυτή τη δεύτερη ομάδα σκέφτομαι, για παράδειγμα, έργα όπως η Γαλλική Εθνική Βιβλιοθήκη στο Παρίσι ή το Μπαλέτο και η Όπερα του  Όσλο. Αυτά τα έργα ήταν πολύ σημαντικά από κοινωνική άποψη αν και ο κόσμος ύστερα από λίγο καιρό θα ξεχάσει τους αρχιτέκτονες. Η σημερινή παγκόσμια κοινωνική και οικολογική πραγματικότητα είναι ένα διαρκές κάλεσμα για μεταμόρφωση· αντί να χτίζουμε διαρκώς, οφείλουμε να είμαστε πολύ προσεκτικοί με τους προϋπολογισμούς μας, ακόμα κι όταν πειραματιζόμαστε. Ελπίζω ειλικρινά η εποχή του εγωισμού να έχει φτάσει στο τέλος της, αλλά βλέπουμε ότι η πολιτική εξουσία εξακολουθεί να τρέφεται από αυτόν. Νομίζω ότι ο κόσμος έχει κουραστεί. Ζούμε ένα τέλος εποχής στο οποίο η αρχιτεκτονική θα πρέπει να συνεχίσει να παίζει έναν ολοένα και πιο ουσιαστικό ρόλο».

 

Πηγή: www.kathimerini.gr